αλαζονεύομαι

(Α ἀλαζονεύομαι)
είμαι αλαζόνας, προσπαθώ να εμφανίζομαι ως σπουδαίος, υπερηφανεύομαι, κομπορρημονώ
αρχ.
υποκρίνομαι, προσποιούμαι, παριστάνω κάτι ψευδώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλαζών -όνος.
ΠΑΡ. αλαζονεία, αλαζόνευμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀλαζονεύομαι — make false pretensions pres ind mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλαζονεύομαι — τηκα, αμτβ., κορδώνομαι, κάνω το σπουδαίο: Αλαζονευόταν πως τάχα ήταν μέτοχος σε μια μεγάλη εταιρεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀλαζονεύσεται — ἀλαζονεύομαι make false pretensions aor subj mid 3rd sg (epic) ἀλαζονεύομαι make false pretensions fut ind mid 3rd sg ἀ̱λαζονεύσεται , ἀλαζονεύομαι make false pretensions futperf ind mid 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζονεύσομαι — ἀλαζονεύομαι make false pretensions aor subj mid 1st sg (epic) ἀλαζονεύομαι make false pretensions fut ind mid 1st sg ἀ̱λαζονεύσομαι , ἀλαζονεύομαι make false pretensions futperf ind mid 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζονευομένων — ἀλαζονεύομαι make false pretensions pres part mid fem gen pl ἀλαζονεύομαι make false pretensions pres part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζονευσάμενον — ἀλαζονεύομαι make false pretensions aor part mid masc acc sg ἀλαζονεύομαι make false pretensions aor part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζονευόμενον — ἀλαζονεύομαι make false pretensions pres part mid masc acc sg ἀλαζονεύομαι make false pretensions pres part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζονεύῃ — ἀλαζονεύομαι make false pretensions pres subj mid 2nd sg ἀλαζονεύομαι make false pretensions pres ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠλαζονεῦσθαι — ἀλαζονεύομαι make false pretensions perf inf mid (attic epic doric ionic aeolic) ἀλαζονεύομαι make false pretensions perf inf mid (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλαζονευομένη — ἀλαζονεύομαι make false pretensions pres part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.